Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la multidisciplinariedad
/mˌultiðˌisθiplˌinaɾjeðˈad/
La multidisciplinariedad
01
πολυεπιστημονικότητα
carácter de un enfoque o estudio que integra varias disciplinas o áreas del conocimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La multidisciplinariedad es clave en la investigación moderna.
Πολυεπιστημονικότητα είναι το κλειδί στη σύγχρονη έρευνα.



























