Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pormenorizado
01
λεπτομερής
que describe o analiza algo con todos sus detalles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pormenorizado
συγκριτικός βαθμός
más pormenorizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pormenorizado
αρσενικό πληθυντικό
pormenorizados
θηλυκό ενικό
pormenorizada
θηλυκό πληθυντικό
pormenorizadas
Παραδείγματα
El estudio pormenorizado reveló nuevos resultados.
Η λεπτομερής μελέτη αποκάλυψε νέα αποτελέσματα.



























