el enfisema
Pronunciation
/ˌɛmfisˈema/

Ορισμός και σημασία του "enfisema"στα ισπανικά

01

εμφύσημα

enfermedad pulmonar crónica caracterizada por la destrucción de los alvéolos y dificultad respiratoria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tratamiento busca aliviar los síntomas del enfisema.
Η θεραπεία στοχεύει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του εμφυσήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store