la secreción
Pronunciation
/sˌekɾeθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "secreción"στα ισπανικά

01

έκκριση, έκκριμα

sustancia producida y liberada por células o glándulas del organismo
la secreción definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
secreciones
Παραδείγματα
La secreción puede indicar una inflamación.
Η έκκριση μπορεί να υποδεικνύει φλεγμονή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store