Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La secreción
01
έκκριση, έκκριμα
sustancia producida y liberada por células o glándulas del organismo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
secreciones
Παραδείγματα
La secreción nasal aumentó con la infección.
Η έκκριση της μύτης αυξήθηκε με τη μόλυνση.



























