Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El meollo
01
μυελός, μυελός των οστών
sustancia blanda que se encuentra en el interior de los huesos
Παραδείγματα
La enfermedad afecta la producción en el meollo.
Η ασθένεια επηρεάζει την παραγωγή στον μυελό.



























