Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antitusivo
01
αντιβηχικός, κατασταλτικός βήχα
que suprime o reduce la tos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antitusivo
αρσενικό πληθυντικό
antitusivos
θηλυκό ενικό
antitusiva
θηλυκό πληθυντικό
antitusivas



























