el principio activo
Pronunciation
/pɾinθˈipjo aktˈiβo/

Ορισμός και σημασία του "principio activo"στα ισπανικά

El principio activo
01

δραστική ουσία

sustancia responsable del efecto terapéutico de un medicamento 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
principios activos
Παραδείγματα
El principio activo del fármaco es el paracetamol. 

Η δραστική ουσία του φαρμάκου είναι η παρακεταμόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store