Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sádico
01
σαδιστικός
que obtiene placer causando dolor o sufrimiento a otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sádico
συγκριτικός βαθμός
más sádico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sádico
αρσενικό πληθυντικό
sádicos
θηλυκό ενικό
sádica
θηλυκό πληθυντικό
sádicas
Παραδείγματα
La película muestra un personaje sádico.
Η ταινία δείχνει έναν σαδιστικό χαρακτήρα.



























