sádico
Pronunciation
/sˈaðiko/

Ορισμός και σημασία του "sádico"στα ισπανικά

01

σαδιστικός

que obtiene placer causando dolor o sufrimiento a otros
sádico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sádico
συγκριτικός βαθμός
más sádico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sádico
αρσενικό πληθυντικό
sádicos
θηλυκό ενικό
sádica
θηλυκό πληθυντικό
sádicas
Παραδείγματα
La película muestra un personaje sádico.
Η ταινία δείχνει έναν σαδιστικό χαρακτήρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store