Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sagacidad
01
οξύνοια, διορατικότητα
capacidad de comprender y juzgar con inteligencia y perspicacia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Actuó con gran sagacidad en la negociación.
Ενέργησε με μεγάλη διορατικότητα στη διαπραγμάτευση.
LanGeek



























