la sagacidad
Pronunciation
/sˌaɣaθiðˈad/

Ορισμός και σημασία του "sagacidad"στα ισπανικά

01

οξύνοια, διορατικότητα

capacidad de comprender y juzgar con inteligencia y perspicacia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Actuó con gran sagacidad en la negociación. 

Ενέργησε με μεγάλη διορατικότητα στη διαπραγμάτευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store