Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reprimir
01
καταστέλλω, καταπνίγω
controlar o sofocar una revuelta o protesta por la fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprime
ενεστώτα μετοχή
reprimindo
απλός αόριστος
reprimo
παθητική μετοχή
reprimido
Παραδείγματα
La policía reprimió la manifestación.
Η αστυνομία κατέστειλε τη διαμαρτυρία.
02
impedir que ciertos sentimientos, emociones o impulsos se expresen
Παραδείγματα
Trata de no reprimir sus emociones.



























