Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antisistema
01
αντισυστημικός, αντικαθεστωτικός
que se opone al sistema político, económico o social establecido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antisistema
αρσενικό πληθυντικό
antisistema
θηλυκό ενικό
antisistema
θηλυκό πληθυντικό
antisistema
Παραδείγματα
El movimiento antisistema ganó apoyo popular.
Το αντισυστημικό κίνημα κέρδισε λαϊκή υποστήριξη.



























