Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discriminatorio
01
μεροληπτικός, άδικος
que implica trato desigual o injusto hacia personas o grupos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas discriminatorio
συγκριτικός βαθμός
mas discriminatorio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
discriminatorio
αρσενικό πληθυντικό
discriminatorios
θηλυκό ενικό
discriminatoria
θηλυκό πληθυντικό
discriminatorias
Παραδείγματα
El juez rechazó la norma por ser discriminatoria.
Ο δικαστής απέρριψε τον κανόνα ως μεροληπτικό.



























