Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El inmovilismo
01
συντηρητισμός, ακινησία
actitud de rechazo al cambio o a las reformas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El inmovilismo político bloqueó las reformas.
Ο πολιτικός ακινητισμός μπλόκαρε τις μεταρρυθμίσεις.



























