procedente
Pronunciation
/pɾˌoθeðˈɛnte/

Ορισμός και σημασία του "procedente"στα ισπανικά

procedente
01

νόμιμος

que es válido o está justificado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas procedente
συγκριτικός βαθμός
mas procedente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
procedente
αρσενικό πληθυντικό
procedentes
θηλυκό ενικό
procedente
θηλυκό πληθυντικό
procedentes
θεματικό πεδίο
justificación, validez
Παραδείγματα
La queja era procedente. 

Η καταγγελία ήταν βάσιμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store