Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
procedente
01
νόμιμος
que es válido o está justificado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas procedente
συγκριτικός βαθμός
mas procedente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
procedente
αρσενικό πληθυντικό
procedentes
θηλυκό ενικό
procedente
θηλυκό πληθυντικό
procedentes
Παραδείγματα
Tomaron una medida procedente.
Έλαβαν ένα νόμιμο μέτρο.



























