Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La potestad
01
εξουσία, αρμοδιότητα
poder o autoridad legal para tomar decisiones o ejercer control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
potestades
Παραδείγματα
El juez tiene potestad para dictar sentencia.
Ο δικαστής έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση.



























