la ordenanza
Pronunciation
/ˌɔɾðenˈanθa/

Ορισμός και σημασία του "ordenanza"στα ισπανικά

01

διάταγμα

disposición o norma establecida por una autoridad competente 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ordenanzas
Παραδείγματα
La ordenanza municipal regula el ruido nocturno. 

Η δημοτική διάταξη ρυθμίζει τον νυχτερινό θόρυβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store