Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La permisividad
01
επιτρεπτικότητα, υπερβολική ανοχή
actitud de tolerancia excesiva que permite comportamientos sin restricciones claras
Παραδείγματα
La permisividad puede confundirse con tolerancia.
Η επιτρεπτικότητα μπορεί να συγχέεται με την ανεκτικότητα.



























