Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La permisividad
01
επιτρεπτικότητα, υπερβολική ανοχή
actitud de tolerancia excesiva que permite comportamientos sin restricciones claras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La permisividad en la educación puede tener efectos negativos.
Η επιείκεια στην εκπαίδευση μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις.



























