la permisividad
Pronunciation
/pˌɛɾmisˌiβiðˈad/

Ορισμός και σημασία του "permisividad"στα ισπανικά

La permisividad
01

επιτρεπτικότητα, υπερβολική ανοχή

actitud de tolerancia excesiva que permite comportamientos sin restricciones claras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La permisividad puede confundirse con tolerancia.
Η επιτρεπτικότητα μπορεί να συγχέεται με την ανεκτικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store