teológico
Pronunciation
/tˌeolˈɔxiko/

Ορισμός και σημασία του "teológico"στα ισπανικά

teológico
01

θεολογικός

relacionado con el estudio o la doctrina de la teología
teológico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
teológico
αρσενικό πληθυντικό
teológicos
θηλυκό ενικό
teológica
θηλυκό πληθυντικό
teológicas
Παραδείγματα
La obra explora temas teológicos complejos.
Το έργο εξερευνά σύνθετα θεολογικά θέματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store