Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sincretismo
01
συγκρητισμός
fusión de diferentes creencias, ideas o tradiciones en un sistema unificado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sincretismos
Παραδείγματα
El sincretismo puede surgir en sociedades diversas.
Ο συγκρητισμός μπορεί να προκύψει σε διαφορετικές κοινωνίες.



























