profanar
Pronunciation
/pɾˌofanˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "profanar"στα ισπανικά

profanar
01

βεβηλώνω, μολύνω

tratar algo sagrado o respetado de forma irrespetuosa o dañina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
profano
γ΄ ενικό πρόσωπο
profana
ενεστώτα μετοχή
profanando
απλός αόριστος
profanó
παθητική μετοχή
profanado
Παραδείγματα
El altar fue profanado por los intrusos.
Ο βωμός βεβηλώθηκε από τους εισβολείς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store