Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profanar
01
βεβηλώνω, μολύνω
tratar algo sagrado o respetado de forma irrespetuosa o dañina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
profano
γ΄ ενικό πρόσωπο
profana
ενεστώτα μετοχή
profanando
απλός αόριστος
profanó
παθητική μετοχή
profanado
Παραδείγματα
Profanar un templo es un delito grave.
Η βεβήλωση ενός ναού είναι σοβαρό έγκλημα.



























