Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mitógrafo
01
μυθογράφος, μυθογράφος
persona que estudia, recopila o escribe sobre mitos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mitógrafos
αρσενικό ενικό
mitógrafo
θηλυκό ενικό
mitógrafa
neutral form
especialista en mitos
Παραδείγματα
El mitógrafo analizó los mitos griegos antiguos.
Ο μυθογράφος ανέλυσε τους αρχαίους ελληνικούς μύθους.
LanGeek



























