el yacimiento
Pronunciation
/ʝˌaθimjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "yacimiento"στα ισπανικά

01

κοίτασμα, αρχαιολογικός χώρος

lugar donde se encuentran restos arqueológicos o minerales de valor histórico o económico 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
yacimientos
Παραδείγματα
El yacimiento fue descubierto por casualidad. 

Το κοίτασμα ανακαλύφθηκε τυχαία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store