Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El yacimiento
01
κοίτασμα, αρχαιολογικός χώρος
lugar donde se encuentran restos arqueológicos o minerales de valor histórico o económico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
yacimientos
Παραδείγματα
El yacimiento fue descubierto por casualidad.
Το κοίτασμα ανακαλύφθηκε τυχαία.



























