Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
yermo
01
άγονος
que está deshabitado o no es productivo, especialmente un terreno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas yermo
συγκριτικός βαθμός
mas yermo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
yermo
αρσενικό πληθυντικό
yermos
θηλυκό ενικό
yerma
θηλυκό πληθυντικό
yermas
Παραδείγματα
El viento soplaba sobre el campo yermo.
Ο άνεμος φυσούσε πάνω από το έρημο χωράφι.



























