yermo
Pronunciation
/ʝˈɛɾmo/

Ορισμός και σημασία του "yermo"στα ισπανικά

01

άγονος

que está deshabitado o no es productivo, especialmente un terreno 
yermo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas yermo
συγκριτικός βαθμός
mas yermo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
yermo
αρσενικό πληθυντικό
yermos
θηλυκό ενικό
yerma
θηλυκό πληθυντικό
yermas
Παραδείγματα
El paisaje yermo se extendía sin fin. 

Το γυμνό τοπίο εκτεινόταν ατέλειωτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store