Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mobiliario urbano
01
αστικός εξοπλισμός
conjunto de elementos instalados en espacios públicos para uso y comodidad de los ciudadanos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El mobiliario urbano incluye bancos y farolas.
Τα αστικά έπιπλα περιλαμβάνουν παγκάκια και φανάρια.



























