recalificar
Pronunciation
/rˌekalˌifikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "recalificar"στα ισπανικά

recalificar
01

αναταξινομώ

cambiar la clasificación o calificación de algo, especialmente un terreno o propiedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recalifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
recalifica
ενεστώτα μετοχή
recalificando
απλός αόριστος
recalificó
παθητική μετοχή
recalificado
Παραδείγματα
El proyecto depende de recalificar el terreno.
Το έργο εξαρτάται από την επαναταξινόμηση της γης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store