Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recalificar
01
αναταξινομώ
cambiar la clasificación o calificación de algo, especialmente un terreno o propiedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recalifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
recalifica
ενεστώτα μετοχή
recalificando
απλός αόριστος
recalificó
παθητική μετοχή
recalificado
Παραδείγματα
El proyecto depende de recalificar el terreno.
Το έργο εξαρτάται από την επαναταξινόμηση της γης.



























