Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tendido eléctrico
01
γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ηλεκτρικό δίκτυο
conjunto de cables y estructuras destinados a la transmisión de electricidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tendidos eléctricos
Παραδείγματα
El tendido eléctrico cruza todo el valle.
Η γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας διασχίζει ολόκληρη την κοιλάδα.
LanGeek



























