el ensanche
Pronunciation
/ɛnsˈantʃe/

Ορισμός και σημασία του "ensanche"στα ισπανικά

01

επέκταση, διεύρυνση

ampliación o expansión de una calle, zona urbana o espacio construido 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ensanches
Παραδείγματα
El ensanche de la avenida mejoró el tráfico. 

Η διεύρυνση της λεωφόρου βελτίωσε την κυκλοφορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store