Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El constructivismo
01
κονστρουκτιβισμός
corriente artística y arquitectónica que prioriza la construcción geométrica y funcional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se analiza el constructivismo en historia del arte.
Αναλύεται ο κονστρουκτιβισμός στην ιστορία της τέχνης.



























