reforzar
Pronunciation
/rˌefɔɾθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reforzar"στα ισπανικά

reforzar
01

ενισχύω, ενδυναμώνω

hacer más fuerte o sólido algo físico, abstracto o una idea
reforzar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
refuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
refuerza
ενεστώτα μετοχή
reforzando
απλός αόριστος
reforzó
παθητική μετοχή
reforzado
Παραδείγματα
Necesitan reforzar sus conocimientos de gramática.
Πρέπει να ενισχύσουν τις γνώσεις τους στη γραμματική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store