Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reforzar
01
ενισχύω, ενδυναμώνω
hacer más fuerte o sólido algo físico, abstracto o una idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
refuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
refuerza
ενεστώτα μετοχή
reforzando
απλός αόριστος
reforzó
παθητική μετοχή
reforzado
Παραδείγματα
Hay que reforzar la estructura del puente.
Πρέπει να ενισχυθεί η δομή της γέφυρας.



























