Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retomar
01
ξαναρχίζω, συνεχίζω
volver a tomar o continuar algo que se había interrumpido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
retomo
γ΄ ενικό πρόσωπο
retoma
ενεστώτα μετοχή
retomando
απλός αόριστος
retomó
παθητική μετοχή
retomado
Παραδείγματα
Retomaron la conversación después de la pausa.
Συνέχισαν τη συζήτηση μετά το διάλειμμα.



























