retomar
Pronunciation
/rˌetomˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "retomar"στα ισπανικά

retomar
01

ξαναρχίζω, συνεχίζω

volver a tomar o continuar algo que se había interrumpido
retomar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
retomo
γ΄ ενικό πρόσωπο
retoma
ενεστώτα μετοχή
retomando
απλός αόριστος
retomó
παθητική μετοχή
retomado
Παραδείγματα
Decidieron retomar el trabajo pendiente.
Αποφάσισαν να ξαναρχίσουν την εκκρεμή εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store