Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saturar
01
κορεσμό, κορεσμό
llenar o cargar algo hasta el punto de exceso o incapacidad de absorber más
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
satura
γ΄ ενικό πρόσωπο
satura
ενεστώτα μετοχή
saturando
απλός αόριστος
saturó
παθητική μετοχή
saturado
Παραδείγματα
El suelo se saturó de agua tras la lluvia.
Το έδαφος κορέστηκε με νερό μετά τη βροχή.



























