saturar
Pronunciation
/sˌatuɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "saturar"στα ισπανικά

saturar
01

κορεσμό, κορεσμό

llenar o cargar algo hasta el punto de exceso o incapacidad de absorber más 
saturar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
satura
γ΄ ενικό πρόσωπο
satura
ενεστώτα μετοχή
saturando
απλός αόριστος
saturó
παθητική μετοχή
saturado
Παραδείγματα
El mercado se saturó de productos similares. 

Η αγορά κορέστηκε από παρόμοια προϊόντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store