Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proveer
01
παρέχω, εφοδιάζω
suministrar o dar algo necesario o útil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
proveo
γ΄ ενικό πρόσωπο
provee
ενεστώτα μετοχή
proveyendo
απλός αόριστος
proveyó
παθητική μετοχή
provisto
Παραδείγματα
Se debe proveer apoyo a los estudiantes.
Πρέπει να παρέχεται υποστήριξη στους φοιτητές.



























