Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reprimido
01
καταπιεσμένος, συγκρατημένος
que mantiene sentimientos o impulsos contenidos o no expresados
Παραδείγματα
Vivía con deseos reprimidos.
Ζούσε με καταπιεσμένες επιθυμίες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καταπιεσμένος, συγκρατημένος