Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desembuchar
01
ξεστομίζω, αποκαλύπτω
decir algo de forma repentina o sin pensar, a menudo información que se ocultaba
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desembucho
γ΄ ενικό πρόσωπο
desembucha
ενεστώτα μετοχή
desembuchando
απλός αόριστος
desembuchó
παθητική μετοχή
desembuchado
Παραδείγματα
Al final desembuchó toda la verdad.
Στο τέλος, ξεφούρνισε όλη την αλήθεια.



























