Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebotar
01
αναπηδώ, πηδώ
saltar o rebotar hacia atrás tras chocar con una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reboto
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebota
ενεστώτα μετοχή
rebotando
απλός αόριστος
rebotó
παθητική μετοχή
rebotado
Παραδείγματα
La pelota empezó a rebotar en el suelo.
Η μπάλα άρχισε να αναπηδά στο πάτωμα.



























