Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La marca personal
01
προσωπική μάρκα
imagen o identidad profesional que una persona proyecta para destacar en su ámbito
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
marcas personales
Παραδείγματα
Está trabajando en su marca personal en redes sociales.
Εργάζεται στην προσωπική του μάρκα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.



























