Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fetichismo
01
φετιχισμός
atracción o veneración excesiva hacia objetos o símbolos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El autor describe el fetichismo de bienes materiales.
Ο συγγραφέας περιγράφει τον φετιχισμό των υλικών αγαθών.



























