Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reseñar
01
κριτικάρω, κάνω κριτική
describir y valorar críticamente una obra, libro o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reseño
γ΄ ενικό πρόσωπο
reseña
ενεστώτα μετοχή
reseñando
απλός αόριστος
reseñó
παθητική μετοχή
reseñado
Παραδείγματα
El crítico reseñó la película en un periódico.
Ο κριτικός αξιολόγησε την ταινία σε μια εφημερίδα.



























