Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La subasta
01
δημοπρασία, πλειστηριασμός
venta pública en la que los bienes se adjudican al mejor postor
Παραδείγματα
La subasta terminó con una oferta récord.
Η δημοπρασία τελείωσε με μια προσφορά ρεκόρ.



























