Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La curaduría
01
επιμέλεια, συντήρηση
labor o función de curar, organizar y supervisar una colección o exposición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
curadurías
Παραδείγματα
La curaduría de contenidos requiere criterio y organización.
Η επιμέλεια περιεχομένου απαιτεί κρίση και οργάνωση.



























