la curaduría
Pronunciation
/kˌuɾaðuɾˈia/

Ορισμός και σημασία του "curaduría"στα ισπανικά

01

επιμέλεια, συντήρηση

labor o función de curar, organizar y supervisar una colección o exposición 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
curadurías
Παραδείγματα
La curaduría de la exposición estuvo a cargo de un experto. 

Η επιμέλεια της έκθεσης ανατέθηκε σε έναν ειδικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store