el repuesto
Pronunciation
/repwˈesto/

Ορισμός και σημασία του "repuesto"στα ισπανικά

01

ανταλλακτικό, εξάρτημα

pieza que se usa para reemplazar otra averiada o desgastada en una máquina o vehículo
el repuesto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
repuestos
Παραδείγματα
Sustituyeron la pieza por un repuesto nuevo.
Αντικατέστησαν το εξάρτημα με ένα νέο ανταλλακτικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store