la penuria
Pronunciation
/penˈuɾja/

Ορισμός και σημασία του "penuria"στα ισπανικά

01

φτώχεια, στερηση

situación de escasez o falta de recursos básicos 
la penuria definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La penuria afectó a muchas familias tras la crisis. 

Η έλλειψη επηρέασε πολλές οικογένειες μετά την κρίση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store