Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La penuria
01
φτώχεια, στερηση
situación de escasez o falta de recursos básicos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La penuria afectó a muchas familias tras la crisis.
Η έλλειψη επηρέασε πολλές οικογένειες μετά την κρίση.



























