Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pluriempleo
01
πολυαπασχόληση, παράλληλη απασχόληση
situación en la que una persona tiene más de un empleo al mismo tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pluriempleo
αρσενικό πληθυντικό
pluriempleo
θηλυκό ενικό
pluriempleo
θηλυκό πληθυντικό
pluriempleo
Παραδείγματα
El pluriempleo es cada vez más común en la economía actual.
Η πολλαπλή απασχόληση γίνεται όλο και πιο συνηθισμένη στη σημερινή οικονομία.



























