Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pluriempleo
01
πολυαπασχόληση, παράλληλη απασχόληση
situación en la que una persona tiene más de un empleo al mismo tiempo
Παραδείγματα
El pluriempleo afecta el equilibrio entre vida y trabajo.
Η πολλαπλή απασχόληση επηρεάζει την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.



























