Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bolsa de empleo
01
πίνακας θέσεων εργασίας, χρηματιστήριο εργασίας
servicio o plataforma donde se publican y gestionan ofertas de trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bolsas de empleo
Παραδείγματα
Se inscribió en la bolsa de empleo de la universidad.
Εγγράφηκε στον πίνακα εργασίας του πανεπιστημίου.



























