Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ayuda familiar
01
οικογενειακό επίδομα
prestación económica destinada a apoyar a las familias con hijos o dependientes a cargo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ayudas familiares
Παραδείγματα
La ayuda familiar se concede a familias con bajos ingresos.
Η οικογενειακή βοήθεια χορηγείται σε οικογένειες με χαμηλό εισόδημα.



























