Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El delegado sindical
01
συνδικαλιστικός εκπρόσωπος, εκπρόσωπος εργαζομένων
persona elegida para representar a los trabajadores ante la empresa o el sindicato
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
delegados sindicales
αρσενικό ενικό
delegado sindical
θηλυκό ενικό
delegada sindical
neutral form
representante sindical
Παραδείγματα
El delegado sindical negoció con la dirección.
Ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος διαπραγματεύτηκε με τη διοίκηση.



























