el profesorado
Pronunciation
/pɾˌofesɔɾˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "profesorado"στα ισπανικά

El profesorado
01

διδακτικό προσωπικό

conjunto de profesores de una institución educativa 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El profesorado participó en la reunión general. 

Το διδακτικό προσωπικό συμμετείχε στη γενική συνέλευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store