Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El subsidio estatal
01
κρατική επιδότηση, κρατική χορηγία
ayuda económica otorgada por el estado para apoyar a personas o proyectos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
subsidios estatales
Παραδείγματα
Recibió un subsidio estatal para continuar sus estudios.
Έλαβε κρατική επιδότηση για να συνεχίσει τις σπουδές του.



























